Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ TOY ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ.

πηγή φωτογραφίας: leipsanothiki.blogspot.gr

Φυλάσσεται στην Βασιλική του Αγίου Κλήμεντος στην Ρώμη, της Ιταλίας, όπου στην Κρύπτη κάτω από το Καθολικό βρίσκεται και ο τάφος του.

"Μαζί με τον αδελφό του Μεθόδιο χαρακτηρίστηκαν ως Ισαπόστολοι και είναι οι Φωτιστές των Σλάβικων φυλών.."
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Αγιοι Ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος.
Φορητή εικόνα του βούλγαρου αγιογράφου Zahari Zograf
Ιερά Μονή Troyan, 1848.
Ο Αγιος Κύριλλος κατά κόσμο Κωνσταντίνος, μαζί με τον αδελφό του Μεθόδιο ( Μιχαήλ κατά κόσμο) ήταν παιδιά του δρουγγάριου στρατιωτικού διοικητού Λέοντος και γεννήθηκαν στην Θεσσαλονίκη.


Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε περί το 827, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Μιχαήλ το 815 ενώ είχαν άλλα πέντε αδέλφια. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μικρότερος και είχε μεγάλη επιμέλεια στα γράμματα και τα χαρίσματά του τα πρόσεξε ο λογοθέτης Θεόκτιστος και τον έστειλε στην σχολή της Μαγναύρας, όπου με την καθοδήγηση του Λέοντος του Μαθηματικού και του ιερού Φωτίου σπούδασε βασικά φιλοσοφία. 

Διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στη σχολή της Μαγναύρας.

Ο Μιχαήλ ακολούθησε την σταδιοδρομία του πατέρα τους, έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνος, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους.

Η λάρνακα με τα Λείψανα του Αγίου Κυρίλλου
Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή που ενώ είχαν μοναστική κλίση, πίστευαν στη μαρτυρική διακονία της κλίσεώς τους αυτής, για να σωθούν και άλλες ψυχές.

Τα δύο αδέλφια μιλούσαν την ελληνική, ενώ είχαν σπουδάσει, ιδιαίτερα ο Κύριλλος, τη σλαβική, την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα.

Ο 9ος αιώνας, όταν και έλαμψαν οι Άγιοι, είναι μια μεγάλη εποχή του Βυζαντίου που χαρακτηρίζεται από ακμή στην πολιτική και στρατιωτική δύναμη και από άνθηση στην οικονομία, στα γράμματα, στις τέχνες.

Τα λείψανα του Αγίου Κυρίλλου
(EX OSSIBUS S. CYRILLI SLAVORUM APOSTOLI =
εκ των οστέων του Αγ.Κυρίλλου, Αποστόλου των Σλάβων).
Η Εκκλησία της Ανατολής ανασυγκροτείται μετά την τρικυμία της εικονομαχίας αλλά τα ρήγματα από τις εκκλησιαστικές και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσεως και Ανατολής γίνονται βαθύτερα. 

Τα εγκόσμια συμφέροντα, οι ανταγωνισμοί για την πνευματική και πολιτική εξουσία διασπούν την μέχρι τότε ενιαία Χριστιανική Οικουμένη σε δύο παράλληλους κόσμους, το Βυζαντινό και το Φραγκικό με τις διαφορές να είναι ορατές στα μέσα του 9ου αιώνα, όταν ανέκυψε το θέμα του εκχριστιανισμού των Σλάβων της Δύσεως και σε αυτήν την αντιδικία μπλέκονται οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί.

Αρχικά ο Κωνσταντίνος αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ της Τουρκικής φυλής των Χαζάρων αλλά η μεγάλη ευκαιρία του δίνεται το καλοκαίρι του 862, όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνος των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη.

Ο Αγ. Δημήτριος με τα παιδιά Κύριλλο και
Μεθόδιο παρακαλεί για αυτά το Θεό.
Ψηφιδωτό στον Αγ. Δημήτριο Θεσσαλονίκης,

 7ος αιώνας.
Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ έναν Επίσκοπο και δάσκαλο, για να τους διδάξει στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και την λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς και το έργο το δέχεται ο Κωνσταντίνος υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας μιάς γραφής στη γλώσσα των Μοραβών όπου μετά από μελέτες φτιάχνει το λεγόμενο γλαγολιτικό (όχι το κυριλλικό) αλφάβητο και αρχίζει την μετάφραση του Ευαγγελίου και της Βυζαντινής Λειτουργίας, καθώς και άλλων βιβλίων.

Την άνοιξη του 863, ο Κωνσταντίνος παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου με την εργασία τους εκεί να διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν την βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία, ανοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού και στην ουσία έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του.

Με αφετηρία την αρχή ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα να λατρεύει τον Θεό στη μητρική του γλώσσα, οι άγιοι αδελφοί συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν την σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για την επάνδρωση της τοπικής Εκκλησίας με διακόνους και πρεσβυτέρους, άριστους γνώστες της λειτουργικής παλαιοσλαβικής γλώσσας.

Γραμματόσημο του 1991 με τον Αγιο Κύριλλο
Πρώην Σοβιετική Ενωση
Η διείσδυση όμως αυτή ενόχλησε τους Φράγκους και τη Ρώμη που άρχισαν να υποσκάπτουν αδιάκοπα την ιεραποστολική εργασία τους και η θέση η δική τους, καθώς και των συνεργατών τους μοναχών, έγινε δύσκολη, όταν στην Πόλη την εξουσία κατέλαβε ο Βασίλειος ο Β', που ξαναέφερε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως Πατριάρχη τον Ιγνάτιο και επανασύνδεσε το Βυζάντιο με την Εκκλησία της Ρώμης ενώ παράλληλα το 866 οι Βούλγαροι είχαν συνδεθεί στενά με την Ρώμη και έτσι η ιεραποστολή απομονώθηκε από τις ρίζες της και αναγκάσθηκε να έλθει σε συνδιαλλαγή με τους Λατίνους.

Στις αρχές του 868, ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος φθάνουν στη Ρώμη κομίζοντας τα ιερά λείψανα του ιεραποστόλου Κλήμεντος, που είχε μαρτυρήσει στη χώρα των Χαζάρων, προσπαθώντας να τακτοποιήσουν τις διαφορές τους με τους Λατίνους ιεραποστόλους ενώπιον του Πάπα Ανδριανού Β'.

Η μόρφωση και η ευσέβεια των δύο αδελφών κατέπληξε τους Ρωμαίους κληρικούς και ο Πάπας αναγνώρισε το έργο τους πανηγυρικά, αλλά επεδίωξε να το αποσυνδέσει από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και να το προσεταιρισθεί η Ρώμη. 

Λεπτομέρεια από πίνακα του Jan Matejko (1838 – 1893)
«Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος», 1885.
Υπουργείο Οικονομικών της Βασιλικής της Κοιμήσεως της
Θεοτόκου στην Velehrad, Νότια Μοραβία.
Ετσι ο Πάπας Ανδριανός παρέλαβε από τους ιεραποστόλους τα σλαβικά βιβλία και αφού τα ευλόγησε, τα απέθεσε στο ναό της Αγίας Μαρίας, τον αποκαλούμενο και ναό “Φάτνη” και τέλεσε με αυτά την Θεία Λειτουργία στην Σλαβική Γλώσσα. 

Στο διάστημα όμως της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος δυστυχώς αρρωσταίνει πολύ βαριά, και προαισθανόμενος να πλησιάζει το τέλος του, ζητά να πεθάνει ως μοναχός όπως νεαρός ήθελε να εξελιχθεί επιθυμία του που υλοποιείται και ονομάζεται στο εξής ως Κύριλλος.

Στις 4 Φεβρουαρίου του 869 ο πύρινος αυτός ιεραπόστολος, που άναψε την φωτιά της πίστεως αλλά και του πολιτισμού στο Σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε τελικά με ειρήνη.

Επετειακό κέρμα των 2 euro από την Δημοκρατία της
Σλοβακίας που απεικονίζει τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο,
κοπής του 2013 σε ενα εκατομμύρια κέρματα.
Ο Μεθόδιος θέλει να μεταφέρει το σκήνωμά του στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Πάπας Ανδριανός δεν το επιτρέπει και τον θάβει αρχικά με τιμές στον προσωπικό τάφο του Πάπα Aδριαvού Β', ενώ αργότερα μετακινήθηκε στη Βασιλική του Αγίου Κλήμεντος στη Ρώμη, όπου και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανά του.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τους Aγίους Κύριλλο και Μεθόδιο στις 11 Μαΐου (αν και για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες που χρησιμοποιούν το παλαιό ημερολόγιο αυτό είναι 24 Μαΐου του νέου ημερολογίου) ενώ η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τους τιμά στίς 14 Φεβρουαρίου για να συμπέσει με την ημερομηνία του θανάτου του Αγίου Κυρίλλου.


Το 1980 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ κήρυξε τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο ενώ οι Κύριλλος και Μεθόδιος θεωρούνται επίσης άγιοι και από την Λουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία. 



Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ "ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ" ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς, στην Άρτα.


Η ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς στην Αρτα
πηγή: 
ikivotos.gr 
Η εικόνα, έργο του 19ου αιώνα, είναι η εφέστια εικόνα της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς Άρτας.

Η Θεοτόκος απεικονίζεται όρθια και αν και κοιτάει τον παρατηρητή, είναι ελαφρά γυρισμένη πλάγια, με ελαφρά κάμψη του κεφαλιού και κρατά τα χέρια υψωμένα στο ύψος του στήθους σε στάση προσευχής, οπότε ανήκει στον τύπο της Δεομένης την στιγμή που δέχεται τον χαιρετισμό του Aρχαγγέλου.

Η εικόνα παρουσιάζει εικονογραφική ομοιότητα με την εικόνα της «Γερόντισσας» από την Ιερά μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Το μαφόριο, χρώματος κόκκινου, καλύπτει το κεφάλι, τους ώμους αφήνοντας ακάλυπτα το πρόσωπο και τα χέρια ενώ τα μαλλιά είναι εντελώς κρυμμένα από ένα είδος μπλε σκούφου και μόλις διακρίνεται το αριστερό αυτί. 


Το εσωτερικό του Καθολικού της Μονής Κάτω Παναγιάς
πηγή: www.youtube.com 
Ο χιτώνας, χρώματος μπλε, χωρίς κεντήματα, αγγίζει το έδαφος και διακρίνονται κόκκινα υποδήματα. 

Στα χρώματα του χιτώνα και του μαφόριου, απεικονίζεται το «Αειπάρθενο» και η μητρότητα της Θεοτόκου. 

Όπως υποστήριξε ο π. Π. Φλορένσκι: «Όταν η Παναγία παρουσιάζεται ως Αειπάρθενος, σαν πρώτη μοναχή, σαν προστάτιδα της παρθενίας, δηλαδή ουσιαστικά σαν παρθένος, φοράει το θαλασσί η ουρανί... 

..Αντίθετα, όταν εμφανίζεται σαν Θεοτόκος, δηλαδή ουσιαστικά σαν Μητέρα, φοράει το πορφυρό (το χρώμα του βασιλικού αξιώματος) ή το κόκκινο (το χρώμα του πόνου και της φλογερής αγάπης)».

Η ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς στην Αρτα
πηγή: 
argesnet.eu 
Η Δεομένη Θεοτόκος, φοράει βασιλικό στέμμα, και στην κορυφή της εικόνας βρίσκονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ (Μ) και Γαβριήλ (Γ) γονατισμένοι, κρατώντας ειλητάρια με τις επιγραφές: ΧΑΙΡΕ /ΘΕΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ ΧΩΡΑ, ΧΑΙΡΕ /CΕΠΤΟΥ / ΜΥΣΤΗ/ΡΙΟΥ ΘΥ/ΡΑ, υπάρχουν δε δεξιά και αριστερά της εικόνας τα γράμματα ΜΡ - ΘΟΥ. 

Η επιβλητική μορφή της Παναγίας βρίσκεται πάνω σε ένα λόφο με λίγα δένδρα, κάτω από τον λόφο απλώνεται πεδιάδα, με περιβόλια και κυπαρίσσια, που την διασχίζει ποτάμι, διακρίνεται δε μια εκκλησία και στο βάθος της εικόνας φαίνονται βουνά. Οι αναλογίες που έδωσε ο αγιογράφος στην απεικόνιση της μορφής της Θεοτόκου και των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος δημιουργούν την αίσθηση ότι η μορφή της εξουσιάζει και επιτηρεί ολόκληρο τον φυσικό χώρο, είναι δηλαδή η ηγουμένη όλης της περιοχής εξ΄ου πιθανόν και ο χαρακτηρισμός της ως «Γερόντισσα». 

Δεν αποκλείεται το φυσικό τοπίο να συμβολίζει την τοποθεσία της μονής, ο λόφος που βρίσκεται η Θεοτόκος, να εικονίζει τον λόφο της Περάνθης, η εικονιζόμενη εκκλησία, να είναι το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς με τους μπαξέδες που απλώνονται δίπλα του και τον ποταμό Άραχθο που διασχίζει ολόκληρη την περιοχή.

Ο μεγάλος αριθμός μικρών αφιερωμάτων στην εικόνα θυμίζει σε κάθε προσκυνητή το πλήθος των θαυμάτων που επιτελεί η Χαριτόβρυτος αυτή εικόνα της Θεομήτορος.



Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΒΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ.


Φυλάσσεται στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Τροβάτο της Ευρυτανίας.

Το χωριό Τροβάτο στην Ευρυτανία
Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό και περίτεχνο επαργυρωμένο σταυρό, υψηλής βυζαντινής ξυλογλυπτικής με σκαλισμένες διάφορες εικόνες από την Καινή Διαθήκη και φέρει την αφιέρωση κάποιου «Δρούγκα, έτος 1615» ενώ το κάλυμμα του Τίμιου αυτού Σταυρού, όπως αναγράφεται και στη βάση του, έγινε «τη επιμελεία» του παπα - Γιάννη Νταλλή το 1863, ιερέα τότε του οικισμού Τροβάτο.

Ο εντυπωσιακός αυτός ξυλόγλυπτος Σταυρός ονομάζεται από τους κατοίκους του Τροβάτο "Τίμιος Σταυρός" και θεωρείται ένα σημαντικό ιερό κειμήλιο της Πίστης μας και τιμάται ιδιαίτερα από τους χωριανούς ενώ υπάρχει και αρκετά πλούσια παράδοση, που φανερώνει την επίδραση που ασκούσε αλλά και ασκεί σήμερα αυτό το ιερό κειμήλιο της Ορθοδοξίας μας, στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων του Τροβάτο.

Ο Αγιος Δημήτριος στο Τροβάτο.
Η πιο παλιά από τις σωζόμενες εκκλησίες του χωριού.
Είναι ναός τρίκογχος σταυροειδής εγγεγραμμένος
στα πρότυπα του  αθωνίτικου τύπου.
 
Κατά την παράδοση ο Τίμιος Σταυρός αρχικά ανήκε σε κάποιον θεοσεβή Τροβατιανό ονομαζόμενο Καλογεράκη, ο οποίος είχε επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους, περί τα μέσα του 14ου αιώνα (1350 μ.Χ.) και έγινε Χατζής, δηλαδή Προσκυνητής των Αγίων Τόπων. 

Από τους Αγίους Τόπους επιστρέφοντας στο Τροβάτο έφερε μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, που ήταν ένας από τους επτά, που είχαν κατασκευαστεί εκεί και καθένας είχε ενσωματωμένο μικρό κομμάτι από το ξύλο του Τίμιου Σταυρού. 

Ο Σταυρός, που έφερε ο Καλογεράκης από τους Αγίους Τόπους, φυλασσόταν αρχικά στο σπίτι του και κληρονομούνταν από πατέρα σε γιο. Τελικά, πάντα σύμφωνα με την παράδοση, κάποιος μοναχός Καλογεράκης αφιέρωσε τον Τίμιο Σταυρό στο ναΰδριο της Γέννησης του Σωτήρος, που υπήρχε πολύ παλιά στο Τροβάτο και στη θέση του οποίου στις μέρες μας ο παπα - Πέτρος Νταλλής, με τη βοήθεια των Τροβατιανών, έχτισε καινούριο εκκλησάκι του Σωτήρος, το 1990.

Κανείς, βέβαια, δεν ξέρει ακριβώς πώς αυτός ο τόσο πολύτιμος και εντυπωσιακός "Τίμιος Σταυρός" έφτασε στα χέρια κάποιου ευσεβούς Δρούγκα, ο οποίος, επειδή παρατήρησε να συμβαίνουν πολλά εξωλογικά φαινόμενα, το 1615 τον αφιέρωσε στον Άγιο Δημήτριο.

Μεταξύ των άλλων πιστευόταν και πιστεύεται ακόμη βέβαια ότι με τη βοήθεια αυτού του "Τίμιου Σταυρού" θεραπεύονταν άτομα ακόμη και μετά από βαριές ασθένειες και ειδικότερα εκείνοι που έπασχαν από ψυχικές ασθένειες. 

Επίσης, όταν σε κάποια στάνη έπεφτε αρρώστια και ψοφούσαν τα πρόβατα ή τα γίδια, η αρρώστια αυτή σταματούσε με την «παράκληση» που έκανε ο ιερέας έχοντας αυτόν τον "Τίμιο Σταυρό" μαζί του. 

Τέτοιες «παρακλήσεις» έκαναν πολλές στην περιοχή τόσο ο παπα – Γιώργης Νταλλής, όσο και ο γιος του, ο παπα – Πέτρος Νταλλής. Ακόμη, προστατεύονταν άτομα και ποίμνια από ακραία φυσικά φαινόμενα. Η παράδοση αναφέρει ότι, όταν επικρατούσε φοβερή καταιγίδα σε κάποιον τόπο, στο μέρος που ήταν ο Τίμιος Σταυρός τα φυσικά φαινόμενα εξελίσσονταν ηπιότερα.




Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η MONAΔΙΚΗ ΜΑΡΜΑΡΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ "ΠΟΝΟΛΥΤΡΙΑΣ".


Φυλάσσεται στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων στις Σέρρες.


O ιερός ναός των Αγίων Θεοδώρων (παλαιά Μητρόπολη)
Η μαρμαρόγλυφη εικόνα της Θεοτόκου με τη σπάνια προσωνυμία της «Πονολύτριας», ήταν εντοιχισμένη στην εξωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων.

H Θεοτόκος εικονίζεται κατά μέτωπο, με υψωμένα τα χέρια της σε στάση δεήσεως και χρονολογείται από τούς περισσότερους μελετητές ως έργο του 11ου μ.Χ. Αιώνα.

H θέση στην οποία καταγράφηκε η εικόνα από διάφορους μελετητές στα νεότερα χρόνια δεν ήταν η αρχική της. O δυτικός τοίχος της παλαιάς Μητροπόλεως, που σήμερα ορίζει την αρχή του νάρθηκά της, και στον οποίο ήταν εντοιχισμένη η εικόνα, είναι έργο του 1602, όπως μαρτυρά ο παπά - Συναδινός: «(1601 - 1602) Eγίνην νέος αρχιερεύς Σερρῶν ο κύρ Θεοφάνης είς τήν Kοσίνιτζα, άνδρας θεωριτικός...ευλαβής, φιλοκκλήσιος, είς τόν λόγον του στέρεος. Kαί ἒκαμεν... τόν τοῖχον του νάρθηκα εκ βάθρων καί τό σκέπος ὃλο τοῦ νάρθηκα και ἐχώρισε καί τόν γυναικίτην...».

Η Παναγία Πονολύτρια στο μαρμάρινο προσκυνητάρι της
H εντοίχιση της γλυπτής εικόνας της Θεομήτορος στο δυτικό τοίχο, προφανώς έγινε το 1602, εποχή της οικοδομήσεώς του από τον επίσκοπο Θεοφάνη (1601 – 1613). Η εντοίχιση ιερών συμβόλων και εικόνων απηχεί πανάρχαιες δοξασίες, σύμφωνα με τις οποίες τα εντοιχισμένα σύμβολα λειτουργούν προστατευτικά για το όποιο ανθρώπινο έργο. Έτσι και στην περίπτωση του ναού των Αγίων Θεοδώρων, η εντοίχιση της εικόνας της Θεοτόκου έγινε το 1602, με την ακλόνητη προσδοκία πως η Παναγία με την ακεραιότητα και αγιότητα της υπάρξεώς της, η Θεοτόκος η Πονολύτρεα, «τό ἱερόν παλλάδιον τῶν Σερρῶν», θα προστάτευε το ναό από κάθε κακό όπως αυτό π.χ. της λεηλασίας του από τούς Τούρκους το 1571.

Η εικόνα της Θεοτόκου της Πονολύτρεας σπασμένη στη μέση κατά την οριζόντια διάστασή της, παρέμεινε στη θέση της στο δυτικό τοίχο των Αγίων Θεοδώρων έως και τις αρχές του 1917 οπότε, μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Σερρών Απόστολου Χριστοδούλου, που συνέβη στις 14/27 Ιανουαρίου του 1917, οι Βούλγαροι την αποτοίχισαν και την αποθήκευσαν, μαζί με άλλα κλοπιμαία από τις εκκλησίες της πόλης των Σερρών, σε παρακείμενη οικία που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα κατοχής για αποθήκη επισιτισμού, προφανώς, για να τη μεταφέρουν στη Βουλγαρία, πράγμα που δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της εσπευσμένης τους φυγής. 

Το 1919 η εικόνα, που θεωρούνταν χαμένη, εντοπίστηκε και μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών, απ’ όπου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Βουλγαρικής κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, οι βούλγαροι την αφαίρεσαν. Εντοπίστηκε τα νεότερα χρόνια στη Δράμα.

Που βρισκόταν λοιπόν το «...μαρμάρινον ἀνάγλυφον τῆς Θεομήτορος ευλογούσης», πριν από τη θέση που την κατέγραψαν οι μελετητές του μνημείου;

Στους βυζαντινούς χρόνους και σχεδόν έως το τέλος του 15ου μ.Χ αιώνα, οι μαρμάρινες εικόνες που απεικόνιζαν το Χριστό και την Παναγία σε στάση Δεομένης ή Οδηγήτριας, προορίζονταν αποκλειστικά για προσκύνηση και τοποθετούνταν στο εσωτερικό του ναού, μέσα σε πλαίσιο, στις παραστάδες του Ιερού Βήματος.

Στο ναό των Αγίων Θεοδώρων το 1602, ο Μητροπολίτης Σερρών Θεοφάνης, κατά τη μαρτυρία του παπα - Συναδινού, αντικατέστησε το μαρμάρινο τέμπλο με ξυλόγλυπτο: «Eγίνην νέος αρχιερεύς Σερρῶν ο κύρ Θεοφάνης... Kαί ἒκαμεν τον τέμπλον τῆς μητρόπολης...». 

Το μαρμάρινο τέμπλο του Ναού
Tο νέο τέμπλο η σωστότερα εικονοστάσιο, που ήταν ένα από τα πρώτα πού κατασκευάστηκαν στις εκκλησίες της Βορείου Ελλάδος, για να εντάξει οργανικά στο χώρο του Ιερού Βήματος το Διακονικό και την Πρόθεση, χωρίς να διακόπτεται από τους πεσσούς, όπως γινόταν με το μαρμάρινο τέμπλο, στηρίχθηκε σε βάσεις πριν από το θριαμβευτικό τόξο καλύπτοντας έτσι τις ανατολικές παραστάδες, οπότε, η εικόνα της Θεοτόκου της Πονολύτρεας αφαιρέθηκε από τη θέση της και τοποθετήθηκε στο δυτικό τοίχο της Εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων.

Εν κατακλείδι, η ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου της Πονολύτριας, ηταν λατρευτική εικόνα και ως τέτοια, ήταν τοποθετημένη στις ανατολικές παραστάδες του ναού των Αγίων Θεοδώρων.

Μετά τον εντοπισμό της εικόνας της Θεοτόκου της Πονολύτρεας και την επιστροφή της, με τις ενέργειες του Σεβασμιωτάτου κ. Θεολόγου και την ευγενική συνδρομή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ. Παύλου στο πάνσεπτο χώρο πού η παρουσία της καθαγίαζε, η ιερά εικόνα τοποθετήθηκε και πάλι στην αριστερή, προς ανατολάς παραστάδα του Ιερού Βήματος του ναού των Αγίων Θεοδώρων όπου, ως λατρευτική εικόνα βρισκόταν έως και το 1602.

Ο επίσημος και πάνδημος εορτασμός της Παναγίας Πονολύτριας καθιερώθηκε την 28η Οκτωβρίου (Αγίας Σκέπης).


Πηγή: www.imsn.gr


ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΧΙΟΥ.


Φυλάσσονται στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου των Βυρσοδεψών στα Ρεστά της Χίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Ο Όσιος Νικηφόρος, γεννήθηκε περί το 1750 στα Καρδάμυλα της Χίου και το οικογενειακό του όνομα ήταν Γεώργιος.

Σε νεαρή ηλικία αφού σώθηκε από την αρρώστια του λοιμού αφιερώθηκε από τους γονείς του στην Παναγία τη Νεαμονήτισσα, για να Την υπηρετήσει.

Η Αδελφότητα της Νέας Μονής τον έστειλε στα Σχολεία της Χίου, δασκάλους του είχε τους Γαβριήλ Αστρακάρη, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και τον λόγιο και ιεροκήρυκα Ιάκωβο Μαύρο. Στη Νέα Μονή μένει διαρκώς κοντά στον σεβάσμιο Γέροντα Άνθιμο τον Αγιοπατερίτη.

Μετά το τέλος των σπουδών του επανέρχεται στη Μονή, χειροτονείται διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Διορίζεται Διδάσκαλος στη Σχολή της Χίου επί σχολαρχίας Αθανασίου του Πάριου ως το 1802, οπότε ανέλαβε την Ηγουμενία της Νέας Μονής.

Λόγω της ακαταστασίας στην Ιερά Μονή και των ποικίλλων αντιδράσεων των πατέρων, αποχώρησε από αυτή και κατέφυγε στο Ρεστά, στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου, όπου μόναζε και ο ιεροδιδάσκαλος Ιωσήφ από τα Άγραφα.

Υπό την επίδραση του αγίου Μακαρίου, που βρισκόταν στα τελευταία έτη της ζωής του, και με τον οποίο ήταν πάντοτε σε συχνότατη επικοινωνία, και του μεγάλου διδασκάλου Αθανασίου Παρίου, που από το 1812 αποσύρθηκε στα Ρεστά, και μαζί με τους μοναχούς Ιωσήφ και Νείλο τον Καλόγνωμο, ο ιερομόναχος Νικηφόρος, εγκαταβιώνει στην Μονή των Ρεστών.

Από τα Ρεστά διήλθαν και έλαβαν ενίσχυση στην πίστη τους οι νεομάρτυρες, Δημήτριος ο Πελοποννήσιος, Μάρκος ο νέος και Αγγελής ο Αργείος.

Είκοσι χρόνια σκληρών ασκητικών αγώνων στη Μονή των Ρεστών, που συνδυάζεται με ακαταπόνητη εργασία, καθώς ο όσιος φυτεύει πλήθος δέντρων, που και σήμερα ακόμη χαρίζουν τη σκιά και την ομορφιά τους στους προσκυνητές. Διανέμει δενδρύλια ως ευλογία και παρακινεί τους χωρικούς να φυτεύουν δέντρα.

Συνέγραψε πολλά ψυχωφελή βιβλία, όπως την Ακολουθία των Αγίων Πατέρων Νικήτα, Ιωάννου και Ιωσήφ και την Ιστορία της Νέας Μονής. 

Ο ιερός Νικηφόρος συνέθεσε Χαιρετισμούς, Ύμνους , Ιδιόμελα αλλά και Ασματικές Ακολουθίες.

Ο ιερός Νικηφόρος κοιμήθηκε οσιακά το 1821 στη Χώρα μετά από ολιγοήμερη ασθένεια χωρίς να γνωρίσει την μεγάλη καταστροφή της πατρίδας του 1822, την οποία όμως και είχε προφητεύσει.

Τό 1845 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και τοποθετήθηκαν στον Ναό του Αγίου Γεωργίου των Βυρσοδεψών στα Ρεστά της Χίου.

Ο βίος και η ακολουθία του γράφτηκαν το 1907, όταν για πρώτη φορά εορτάστηκε και επίσημα ο Άγιος.

Η μνήμη του τιμάται την 1η Μαΐου.


Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑΣ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, στην Αμοργό.

πηγή φωτογραφίας: business2travel.wordpress.com
Το όνομα Χοζοβιώτισσα, δημιουργήθηκε από παραφθορά του "Χοζιβίτισσα" ή "Κοζιβίτισσα", από το τοπωνύμιο Χοζιβά ή Κοζιβά στους Αγίους Τόπους, σήμερα στην περιοχή Wadi Qilt της Ιεριχούς, όπου, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των Βυζαντινών χρόνων, υπήρχαν από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους σημαντικά ορθόδοξα Μοναστήρια.

Στα χρόνια της Εικονομαχίας, τον 8ο και 9ο αιώνα, σύμφωνα με την έως σήμερα ζωντανή, προφορική διήγηση, η εικόνα ήρθε θαυματουργικά "διά θαλάσσης, στον ορμίσκο της “Αγίας 'Αννας", πλησίον της Μονής.

Η εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, και κατ’ επέκταση το όνομα και η ιστορία του μοναστηριού της Αμοργού, συνδέεται με τους Αγίους Τόπους και την μονή Χοζεβά.

Η παράδοση της Αμοργού για την εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας είναι σαφής και έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας. Η εικόνα έφτασε στο νησί (θαυματουργικά ή με μοναχούς) από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, τον καιρό της Εικονομαχίας. Αυτή η προφορική παράδοση πρέπει να συσχετισθεί με δύο γεγονότα: ότι ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης καταγόταν από την Κύπρο και ότι έζησε σε μιαν εποχή που δεν απέχει πολύ από την περίοδο της Εικονομαχίας.

Φαίνεται ότι η Κύπρος έπαιξε ρόλο στην πορεία της εικόνας από την Παλαιστίνη στην Αμοργό, κάτι που γνωρίζει η τοπική παράδοση και το διατήρησε προφορικά μέχρι σήμερα.

Εάν η Παναγία η Χοζοβιώτισσα, έφτασε στο νησί τον καιρό της Εικονομαχίας (δηλαδή πριν 1.200 — 1.300 χρόνια), τότε είναι μία από τις αρχαιότερες εικόνες στον ελλαδικό χώρο και άν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε και το μοναστήρι είναι ένα από τα αρχαιότερα της Ελλάδας, παλαιότερο και από τις μονές του Αγίου Όρους που ιδρύθηκαν τον 10ο αιώνα και βεβαίως είναι το αρχαιότερο μοναστήρι των Κυκλάδων ενώ η σημερινή του μορφή ανάγεται στα τέλη του 11ου αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού.

Συνεπώς, η ισχυρότερη εκδοχή παραμένει αυτή που αναφέρει η προφορική παράδοση, δηλαδή, η εικόνα ήρθε από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, σπασμένη σε δύο κομμάτια, στην Αμοργό, πριν το 900 μ.Χ. και ιδρύθηκε προς τιμήν της αυτό το μοναστήρι.


ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΚΡΙΝΑΣ.

πηγή φωτογραφίας :www.cretalive.gr

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Γρηγορίου του Αγίου Όρους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).



Η οσία Μακρίνα ήτανε η μεγαλύτερη αδελφή του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, σε μια οικογένεια με εννέα παιδιά, που έδωκε στην Εκκλησία τρεις επισκόπους.

Πατρίδα της είναι η Καππαδοκία, πατρίδα πολλών αγίων και μεγάλων ιεραρχών και η οικογένεια της οσίας Μακρίνας ήτανε από τις πιο ξεχωριστές οικογένειες της Καππαδοκίας, με προγόνους αγίους μάρτυρες στα χρόνια των διωγμών και με διδάσκαλο τον άγιο Γρηγόριο το θαυματουργό.

Ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου, από την ευσεβέστατη μητέρα της Εμμέλεια. Όταν μεγάλωσε, αφοσιώθηκε στην αγαθοεργία και στην ανατροφή των αδελφών της, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πνευματική τους πορεία.

Η Μακρινά ήταν μνηστευμένη, αλλά ο μνηστήρας της πέθανε, τότε, μαζί με τη μητέρα της, αποσύρθηκε σε γυναικεία μονή στον Πόντο, κοντά στον ποταμό Ίρη.

Εκεί κοντά μόναζε και ο αδελφός της Μέγας Βασίλειος. Στη μονή πέρασε τη ζωή της με τη μελέτη των Γραφών, την προσευχή, και προπάντων με αγαθοεργίες. Διότι πάντα είχε στο μυαλό της το λόγο του Θεού, που προτρέπει στους ανθρώπους, «ἀγαθοεργείν, πλουτεὶν ἐν ἔργοις καλοίς, εὐμεταδότους εἶναι, κοινωνικούς, ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοὺς θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον, ἶνα ἐπιλάβωνται τῆς αἰωνίου ζωῆς». ( Α' προς Τιμόθεον, στ' 18,19).

Ο άγιος Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης, αδελφός της οσίας Μακρίνας, έγραψε το βίο της, αλλά και ο άλλος αδελφός της, ο Μέγας Βασίλειος, μας δίνει πληροφορίες, ώστε να γνωρίζουμε πολλά και με ακρίβεια για την Αγία.

Αρχίζοντας τη βιογραφία της αδελφής του, ο άγιος Γρηγόριος γράφει: «Αυτά που γράφω είναι αξιόπιστα, γιατί δεν τα διάβασα, αλλά μου τα δίδαξε η πείρα, και σε όσα με ακρίβεια έχω να σας πω δεν θα επικαλεσθώ ξένη μαρτυρία».

Ο πατέρας της σε μικρή ακόμα ηλικία την αρραβώνιασε με κάποιον καλό νέο, αλλά ο νέος αυτός πέθανε πριν να έλθει ο καιρός για το γάμο τους.

Αυτό ήταν αρκετό για την Μακρίνα, σαν και να είχε γίνει ο γάμος, έμεινε πιστή στη γνώμη του πατέρα της κι αφοσιώθηκε να βοηθήσει τη μητέρα της στην ανατροφή των υπόλοιπων αδελφών της.

Όλα τα αδέλφια της στο σπίτι την σέβονταν σαν δεύτερη μητέρα τους, και είναι αυτή που κατόρθωσε να πείσει το Μέγα Βασίλειο να αφήσει τη δικηγορική και να γίνει μοναχός.


Όταν μάλιστα πέθανε ο πατέρας της, η Μακρίνα ανέλαβε να αναθρέψει και να διδάξει τον ένατο αδελφό της Πέτρο, τον μετέπειτα επίσκοπο της Σεβάστειας «επί πάσαν την υψηλοτέραν ήγαγε παίδευσιν».

Αλλά η οσία Μακρίνα δεν υπήρξε μόνο για την οικογένεια της «του βίου διδάσκαλος» και «μετά την μητέρα μήτηρ», αλλά και μεγάλη οσία καθώς και μοναχή.

Όταν μεγάλωσαν οι αδελφοί της και πήραν ο καθένας το δικό του δρόμο του, η Μακρίνα αποτραβήχθηκε στα οικογενειακά τους κτήματα στον Πόντο κι εκεί ίδρυσε μεγάλο και υποδειγματικό γυναικείο κοινόβιο μοναστήρι. Να τι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης για το φροντιστήριο αυτό της αρετής, όπως το χαρακτηρίζει «Χορός ην περί αυτήν παρθένων πολύς, ας αυτή διά των πνευματικών ωδίνων γεννήσασα, και εις τελείωσιν διά πάσης επιμελείας προάγουσα, την των αγγέλων εμιμείτο ζωήν εν ανθρωπίνω σώματι». Άγιες γυναίκες, που έδωσαν το βίο τους για να κερδίσουν τη ζωή.

Η οσία Μακρίνα πέθανε ένα χρόνο μετά το θάνατο του αδελφού της Μεγάλου Βασιλείου, δηλαδή το 380.

Ο άγιος Γρηγόριος, που βρέθηκε παρών στο θάνατο της και της έκλεισε τα μάτια, μας περιγράφει συγκινητικά τις τελευταίες στιγμές της. Μας απομνημονεύει και την προσευχή της οσίας πριν παραδώσει το πνεύμα, μια προσευχή γεμάτη πίστη και ελπίδα, που αρχίζει με αυτά τα λόγια «Συ έλυσας ημίν, Κύριε, του θανάτου τον φόβον συ ζωής αληθινής αρχήν ημίν εποίησας το τέλος της ενταύθα ζωής». Η οσία Μακρίνα, με την προσδοκία της αναστάσεως, έκαμε το πέρασμα «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Προσευχόταν με πολύ σιγανή φωνή κι έκανε το σταυρό της «επετίθει την σφραγίδα τοις οφθαλμοίς και τω στόματι και τη καρδία».

Η μνήμη της τιμάται στις 19 Ιουλίου.

Απολυτίκιο
Αγίας Μακρίνας








Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ναός Παναγίας Φανερωμένης, Νέα Σκιώνη Χαλκιδικής.


Δύο χιλιόμετρα νότια της Νέας Σκιώνης, στην στενή λωρίδα ανάμεσα στον δημόσιο δρόμο και την θάλασσα, βρίσκεται ο μετοχιακός ναός της Παναγίας Φανερωμένης.


Το εκκλησάκι, καθώς και η γύρω περιοχή ανήκε στη Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Φλαμουρίου, στο Πήλιο της Μαγνησίας και όταν αυτή απελευθερώθηκε από τους Τούρκους, το 1881, παραχωρήθηκε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στην οποία ανήκει μέχρι σήμερα. 

Σήμερα το Πατριαρχείο εκπροσωπείται στην διαχείριση του ναού από την Μονή Βλαττάδων, αλλά την μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την λειτουργικότητα του την έχουν ευσεβείς κάτοικοι της Σκιώνης. 

Πρόκειται για «δρομικό» ναό εξωτερικών διαστάσεων 14,5 X 6,5 μέτρων, ο οποίος απολήγει στην ανατολική πλευρά σε μεγάλη ημικυκλική κόγχη και στην δυτική έχει έναν ευρύχωρο νάρθηκα. 






πηγή: thelohalkidiki.com
Η στέγασή του ναού της Παναγίας γινόταν με κεραμοσκεπή ξύλινη στέγη, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αντικαταστάθηκε (εντελώς αδόκιμα) από μία δίρριχτη πλάκα μπετόν, τοποθετημένη περίπου μισό μέτρο ψηλότερα. 

Η νέα αυτή στέγη στηρίχτηκε σε υποστυλώματα επίσης από μπετόν, τα οποία περιβάλλουν εξωτερικά τον ναό και είναι σε επαφή με την τοιχοποιία του. 

Η επέμβαση αυτή, πού είναι πολύ δύσκολο να διορθωθεί, είχε αποτέλεσμα όχι μόνον την αλλοίωση της μορφής του ναού αλλά και την πρόκληση σημαντικών φθορών στις τοιχογραφίες που διέσωσαν οι αιώνες στο εσωτερικό του.





Ο ναός είναι λιθόκτιστος και στην τοιχοδομία του διακρίνονταν (πριν από την επίχριση της) μεγάλοι γωνιόλιθοι προερχόμενοι από αρχαιότερα κτήρια.

Η μεγάλη και ισχυρή κόγχη, πάχους 1,25 μέτρου, οι παλαιότερες οικοδομικές φάσεις που εντοπίσθηκαν κάτω από το σημερινό δάπεδο του ναού με δοκιμαστικές τομές των Αρχαιολόγων, και οι τοιχοποιίες που αποκαλύπτει το κύμα, αραιά και που, στην ακτή δίπλα στον ναό, δηλώνουν ότι το σημερινό κτίσμα κατέλαβε την θέση κάποιου άγνωστου ερειπωμένου παλαιοχριστιανικού ναού. Το εσωτερικό του ναού ήταν κατάγραφο με τοιχογραφίες, από τις οποίες σώζεται, ακόμη, ένα σημαντικό τμήμα. Αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης της αρχαιολόγου κ. Λήδας Τόσκα - Ζαχάρωφ, η οποία τις δημοσίευσε στο Παράρτημα του περιοδικού «Χρονικά της Χαλκιδικής», που περιέχει τα Πρακτικά του Α' Πανελληνίου Συμποσίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Χαλκιδικής (Θεσσαλονίκη 1987).


Ελάχιστοι είναι πλέον οι τοιχογραφημένοι ναοί στην περιοχή της Χαλκιδικής. 

Η ασύλληπτη στην έκτασή της καταστροφή του 1821 μας στέρησε και από τα πάμπολλα εκκλησιαστικά μνημεία που ήταν διεσπαρμένα στην προεπαναστατική αυτή Χερσόνησο.

Έχοντας υπόψη ότι στον Ναό της Παναγία της Φανερωμένης που μας απασχολεί διατηρείται το μεγαλύτερο ποσοστό τοιχογραφιών, σε σχέση με το αρχικό σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι η σημασία του μνημείου αυτού είναι πολύ μεγάλη για την μελέτη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Χαλκιδική κατά τούς προεπαναστατικούς χρόνους.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα τού ναού της Παναγίας Φανερωμένης έχει ως εξής : Στον ανατολικό τοίχο τού Ιερού εικονίζεται η Ανάληψη με το Άγιο Μανδήλιον, η Φιλοξενία του Αβραάμ (δηλαδή η συμβολική παράσταση της Αγίας Τριάδος) και ο Ευαγγελισμός. 

Μέσα στην κόγχη βρίσκεται η Πλατυτέρα με τον Χριστό ως παιδίον και τους δύο «σεβίζοντες» αρχαγγέλους. Στον νότιο τοίχο, σώζονται μόνον οι παραστάσεις της Γεννήσεως, της Υπαπαντής και της Βαπτίσεως. Στον βόρειο τοίχο, η κρίση των αρχιερέων και η απόνιψη του Πιλάτου, (κατεστραμμένος ο «Ελκόμενος»), η Σταύρωση, ο Ενταφιασμός, ο «Λίθος» και η «εις Άδου Κάθοδος» (=η Ανάσταση).




Οι παραστάσεις αυτές καταλαμβάνουν την άνω ζώνη- η κάτω ζώνη, που πρέπει να περιελάμβανε όρθιες μετωπικές μορφές, έχει καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά και σώζονται μόνον δύο από τα κεφάλια των αγίων που εικονίζονταν εκεί. 

Στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού εικονίζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου και από τα υπόλοιπα θέματα διατηρείται μόνον ο «Εμπαιγμός» και το κεφάλι ενός από τους αγγέλους της κάτω ζώνης οι οποίοι «φύλαγαν» την είσοδο του ναού. Στον νάρθηκα, πάνω από την είσοδο που οδηγεί προς τον κυρίως ναό, μέσα σε αβαθή κόγχη, εικονίζεται ένθρονη Θεοτόκος με αρχαγγέλους. Το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου τοίχου το κατελάμβανε η Δευτέρα Παρουσία, από την οποία σώζονται πολύ λίγα τμήματα. 


Οι τοιχογραφίες της Φανερωμένης φαίνεται να είναι έργο ενός «λαϊκότροπου» ζωγράφου του τέλους του 16ου αιώνος, ο οποίος ακολουθεί την «παραδοσιακή» ζωγραφική της εποχής του, χωρίς όμως να αρνείται και κάποια καλλιτεχνικά δάνεια από τους μεγάλους διδασκάλους της κρητικής σχολής και της σχολής της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η αποσπασματική διατήρηση όμως των τοιχογραφιών δεν μας επιτρέπει να μορφώσουμε βεβαία άποψη για τις δυνατότητες και τις εμπειρίες του άγνωστου αυτού ζωγράφου. Επί πλέον η έλλειψη μελετών για τα υπόλοιπα τοιχογραφημένα μνημεία της Χαλκιδικής (τα οποία, σημειωτέον, φαίνεται να είναι προϊόντα δραστηριότητος που δεν απέχει πολύ από τον χρόνο που τοιχογραφήθηκε η Φανερωμένη) δεν μας επιτρέπει να έχουμε συγκριτική εικόνα του θέματος, με τα αντίστοιχα ενδεικτικά συμπεράσματα.

Η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης
Η συγκριτική μελέτη των τοιχογραφιών δεν αποκλείεται να μας δείξει ότι ο ζωγράφος της Φανερωμένης τοιχογράφησε και άλλους ναούς της Χαλκιδικής. 

Η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης που βρίσκεται στο εικονοστάσιο του ναού έχει καταστραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου. 

Ήταν ζωγραφισμένη με την τεχνική της νωπογραφίας («φρέσκο»), όπως και οι τοιχογραφίες του ναού, στο επίχρισμα που κάλυπτε την επιφάνεια μιας βάσης αρχαίου αγάλματος που στήθηκε όρθια, μπηγμένη στη γη. 

Με το πέρασμα των αιώνων και τις επεμβάσεις των πιστών, το επίχρισμα και η τοιχογραφία εξαφανίστηκαν, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι υποδοχές των ποδιών του αρχαίου χάλκινου συμπλέγματος που στηριζόταν στην βάση, όταν αυτή βρισκόταν στην θέση της. 

Η αποκάλυψη έγινε αρκετά νωρίς, ώστε να δημιουργηθεί η χαριτωμένη λαϊκή ερμηνεία για τις πατημασιές του τούρκου που προσπαθούσε να βυθίσει το επιπλέον στην θάλασσα μάρμαρο - εικόνα, πατώντας πάνω του. 


Εκτός από το μάρμαρο που αναφέραμε, στο ναό υπάρχει εντοιχισμένο και ένα άλλο ενδιαφέρον αρχαίο λείψανο - πρόκειται για επιτύμβιο μνημείο του 2ου η του 3ου αιώνα μ.X., που είχε τοποθετηθεί στον τάφο ενός παιδιού, του Μάρκου Ιουλίου. Σύμφωνα με την, δυσανάγνωστη, επιγραφή που είναι χαραγμένη στο μάρμαρο, ο τάφος κατασκευάστηκε από κάποιον ιερέα (;) που ονομαζόταν Μάρκος Ιούλιος Φήλιξ, για να ταφεί σ’ αυτόν ο (εγγονός του;) Μάρκος Ιούλιος με την παραμάνα του. Στον ίδιο τάφο προγραμμάτιζε να ταφεί και ο παππούς. Η επιγραφή κλείνει με ένα εξάστιχο ποίημα με το οποίο ο παππούς θρηνεί τον χαμό τού νεαρού εγγονού του (;). Τα δύο μάρμαρα, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι προέρχονται από την γειτονική αρχαία Σκιώνη. 


Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μας τον ναό της Φανερωμένης ως ένα σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι σε αυτόν περικλείεται και μ’ αυτόν εμφανίζεται Ιστορία του τόπου διαρκείας δύο χιλιάδων ετών.

Η παράδοση για το ξωκλήσι λέει ότι, το 16ο αιώνα ένας χωρικός της περιοχής είδε ένα παράξενο φως στη θάλασσα να πλησιάζει πρός την ακτή. 

Νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιο πειρατικό καράβι, επέστρεψε τρέχοντας στο χωριό να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς του. Το πρωί, όταν το φως έφτασε στην ακτή, είδαν ότι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο, με την Παναγία ζωγραφισμένη πάνω του, που επέπλεε στη θάλασσα. 


Οι χωριανοί εντυπωσιάστηκαν από το θαύμα και ζήτησαν από τον Τούρκο μπέη της περιοχής να τους επιτρέψει να χτίσουν ένα εκκλησάκι για να στεγάσουν την εικόνα. Αυτός όμως αρνήθηκε, έριξε κάτω την εικόνα και άρχισε να την ποδοπατά. Η εικόνα έγινε ξαφνικά μαλακή σαν πηλός και παγίδεψε τα πόδια του μπέη, μη αφήνοντάς τον να ξεφύγει. Τότε ο μπέης μετάνιωσε, και ζητώντας συγνώμη επέτρεψε να χτιστεί το εκκλησάκι αυτό.

Η τοπική παράδοση αναφέρει επίσης ότι η εικόνα κλαίει πριν συμβεί κάτι κακό στη χώρα. Λέγεται ότι η εικόνα δάκρυσε πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγο πριν γίνει η εισβολή της Κύπρου, ακόμη και πρόσφατα, όταν δημιουργήθηκε το θέμα με το όνομα των Σκοπίων.

Το εκκλησάκι της Παναγίας Φανερωμένης με την απόφαση ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/52413/1207/15-10-1984, ΦΕΚ 891/Β/20-12-1984 έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και σήμερα υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Το εκκλησάκι πανηγυρίζει στα εννιάμερα της Παναγίας, δηλαδή στις 23 Αυγούστου.